Crete

Robert Pashley (4 September 1805 – 29 May 1859) was a 19th-century English traveller and economist.

Pashley was born in York and studied at Trinity College, Cambridge.  Distinguished in mathematics and Classics, in 1830 he was elected a Fellow of Trinity at his first sitting. In 1832 he took his MA degree, and as a travelling Fellow undertook a journey in Italy Greece, Asia Minor and Crete, of which he published his two-volume Travels in Crete.[2] His work is considered a classic of writing on the Ottoman Empire, with his detailed observations on local geography, customs and social issues.

Pashley was one of the foremost researchers of Cretan culture in the first half of the nineteenth century. Pashley was the first one to work out the location of the ancient buried city of Cydonia, relying only on ancient literature, without the aid of archaeological recovery. In his travel to Crete in 1830 he observed that Greek was the common language of this island that was then part of the Ottoman Empire, even though a substantial part of the population was then Muslim.

pashley 1

Crete Greece

Crete  is the largest and most populous of the Greek islands, the fifth-largest island in the Mediterranean Sea,

.The capital and the largest city of Crete is Heraklion. It forms a significant part of the economy and cultural heritage of Greece while retaining its own local cultural traits (such as its own poetry, and music).

Crete was once the center of the Minoan civilization (c. 2700–1420 BC), which is currently regarded as the earliest recorded civilization in Europe.

 Η κρητική διάλεκτος είναι μία διάλεκτος της νέας ελληνικής που ομιλείται στην Κρήτη.

Κατά τον ύστερο μεσαίωνα η διάλεκτος του νησιού εξελίχθηκε σε λόγια γλώσσα, και εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου του Χορτάτση και άλλων, το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες- των οποίων η θεματολογία μπορεί να είναι από σκωπτική έως φιλοσοφική. Σήμερα η κρητική διάλεκτος δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως συχνά συμβαίνει σε μειονοτικές διαλέκτους που δεν διδάσκονται, καθώς κυρίως στο νότο, αποτελεί την μόνη προφορική γλώσσα και συνεχίζει και να εξελίσσεται. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται εκτός από την Κρήτη, στο χωριό Χαμιντιέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι Κρητικοί το 1923.kritika

  • Στην κρητική διαλέκτο οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μπορούν να μπαίνουν πριν και μετά το ρήμα σχεδόν σε οποιαδήποτε περίπτωση, σε αντίθεση με την νέα ελληνική και την καθαρεύουσα, παραδείγματα: κατέχω το, ξανοίγω σε, μανίζω ντως, γρικώ ντου, ετα το χτύπα, επαε τα θέσε.
  • Ο αόριστος των ρημάτων καταλήγει με τον δωριζμό –ξα αντί του -σα της νέας ελληνικής και της καθαρεύουσας, για παράδειγμα: εζίγωξα, εστέγνωξα, εστέργιωξα.
  • H κρητική διάλεκτος όντας φυσικά διαμορφωμένη, δεν επιτρέπει χασμωδίες, για παράδειγμα: τρώγω αντί του τρώω, κλαίγω αντί του κλαίω κτλ.
  • Πολλοί τύποι της γενικής πτώσης της δωρικής εγκαταλείφθηκαν στην κρητική διάλεκτο κατά το μεσαίωνα, ενώ άλλοι τύποι της ελληνιστικής περιόδου αναβίωσαν στις μέρες μας μέσα από το ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα στην καθαρεύουσα και στα νέα ελληνικά. Για παράδειγμα στην κρητική διάλεκτο θα λέγαμε περιφραστικά ‘’η γεύση από το αίμα’’  και ποτέ  ‘’η γεύση του αίματος’’ Η χρήση τέτοιων τύπων που έχουν αναβιώσει τεχνητά σε συνδυασμό με την κρητική διάλεκτο έχει αντιαισθητικό αποτέλεσμα.
  • Σε αντίθεση με την νέα ελληνική, στα κρητικά παίρνουν τελικό »νι» άρθρα αντωνυμίες και επιρρήματα μόνο όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν, ανεξάρτητα από το γένος και το είδους της. Για παράδειγμα Πληθυντικός: των ανθρώπω, όλω τω χωργιώ, τω μπολλώ λογιώ. Όταν ακολουθεί αρσενικό: το δάσκαλο, τον αδερφό. Άκλιτα: δε θέλω, δεν αλλάζω, μη μιλείς, μη γρικάς, μην έργας. Το επίρρημα-σύνδεσμος σαν: σα κουτέντα, σαν οψάργας,

ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΚΡΗΣO Επιμενίδης (7ος - 6ος αι. π.Χ.) ήταν ο πιο φημισμένος σοφός της αρχαίας Κρήτης. Ο βίος του έγινε θρύλος πολύ νωρίς, ώστε να μην είναι πλέον εφικτό να ξεχωρίσουμε σήμερα τα ιστορικά από τα μυθολογικά στοιχεία.
Ιεροτελεστής και μάντης, θαυματουργός και ποιητής, ιατρός και πολιτικός, ήταν φίλος του Απόλλωνος και των Μουσών. Ακόμη και στην εξωτερική του εμφάνιση (κατά τον Διογένη Λαέρτιο) έμοιαζε με Κούρο της αρχαϊκής τέχνης με όμορφα μακριά μαλλιά, ενώ οι θαυμαστές του τον αποκαλούσαν Κουρήτη. Έλεγαν, δε, ότι η μητέρα του ήταν η νύμφη Βάλτη, μια παραλλαγή της κρητικής Αρτέμιδος. Από τα θαύματα του Επιμενίδειου βίου, τα πιο πολυθρύλητα ήταν δύο.
Το πρώτο ήταν η εγκοίμησή του στο Ιδαίον άνδρο. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, κάποτε ο πατέρας του Επιμενίδη τον έστειλε να ψάξει κάποιο πρόβατο στα χωράφια, ο Επιμενίδης μπερδεύτηκε και μπήκε σε ένα σπήλαιο όπου κοιμήθηκε για 57 χρόνια, εξ ου και η παροιμιώδης φράση "Επιμενίδειος ύπνος". Όταν ξύπνησε, επέστρεψε στο κτήμα αλλά βρήκε τα πάντα τόσο αλλαγμένα, που δεν αναγνώριζε τίποτα. Ο νεώτερος αδελφός του, γέροντας πια, του αποκάλυψε ότι είχαν περάσει 57 χρόνια. Σύμφωνα με τον Μάξιμο τον Τύριο σε εκείνο τον πολύχρονο ύπνο του ο Επιμενίδης συνάντησε διάφορους θεούς, ανάμεσά τους τη θεά Αλήθεια και τη θεά Δίκη.
Εκτός από την παραπάνω εγκοίμηση του στο σπήλαιο του αποδίδονταν και άλλες υπερφυσικές ιδιότητες που υποδηλώνουν κάτοχο μυστικής γνώσης, όπως η αποχή του από κάθε τροφή, η περιπλάνηση της ψυχής του έξω από το σώμα κ.λπ. Ο Διογένης Λαέρτιος λέει ότι κανείς δεν είδε ποτέ τον Επιμενίδη να τρώει. Τη μακροβιότητα του την όφειλε στα μυστικά των βοτάνων της Κρητικής γης. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν μια σύνθεση βοτάνων με την ονομασία «άλιμον» (χωρίς πείνα), την οποία ο Επιμενίδης φύλαγε σε ένα πέλμα βοδιού και έπαιρνε από αυτήν λίγη κάθε μέρα, για αυτό δεν αισθανόταν πείνα.
Το δεύτερο πιο γνωστό περιστατικό της ζωής του είναι ο εξαγνισμός της Αθήνας από το Κυλώνειον άγος. Δηλαδή από τον φόνο των οπαδών του Κύλωνα -παρόλο που είχαν προσπέσει ικέτες στην Αθηνά- από τους Αλκμαιωνίδες και τους οπαδούς τους.
Το έγκλημα αυτό των ικετών προκάλεσε τη φρίκη και τη γενική κατακραυγή των Ελλήνων, οι Αλκμαιωνίδες θεωρήθηκαν "εναγείς" και καταδικάστηκαν σε εξορία, αλλά το άγος εξακολουθούσε να υφίσταται. Λοιμός έπληξε την Αθήνα, και οι πολίτες έλεγαν ότι φαντάσματα εμφανίστηκαν στην πόλη. Το Μαντείο των Δελφών υπέδειξε τον Επιμενίδη να κάνει τον δύσκολο καθαρμό της πόλης. Το ιερό πλοίο της Αθήνας στάλθηκε στην Κρήτη να τον φέρει. Εκείνος δέχθηκε να κάνει τον καθαρμό και ήλθε στην Αθήνα. Μάλιστα κατά την διαμονή του έγινε φίλος του Σόλωνος και συνέβαλε στην επεξεργασία των νόμων του. Έκανε μεταρρυθμίσεις στις τελετές της θυσίας και της κηδείας καθώς και όλες τις απαραίτητες τελετές εξαγνισμού και το άγος εξέλιπε.
Οι Αθηναίοι ήθελαν να ευχαριστήσουν και του προσέφεραν χρήματα και μεγάλες τιμές, αλλά αυτός προτού φύγει, αρκέστηκε μόνο σε ένα κλαδί απ’ την ιερή ελιά της Αθήνας.
Σύμφωνα με την παράδοση πέθανε στην πατρίδα του Κρήτη σε ηλικία 157 ετών, από τα οποία τα 57 κοιμήθηκε στο σπήλαιο, όπως λέγει ο Φλέγων, εις το «Περί μακροβίων» βιβλίο του ενώ στην Κρητική παράδοση έζησε 299 έτη.

δαχτυλιδι μινωαΠρόκειται, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, για ένα από τα μεγαλύτερα (αν όχι το μεγαλύτερο) και το πιο σπάνιο χρυσό σφραγιδικό δαχτυλίδι στον κόσμο.

Φτιαγμένο από ατόφιο χρυσάφι, ανεκτίμητης αξίας, θεωρείται από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής. Το δαχτυλίδι δεν είναι μόνο βασιλικό αλλά αποτελεί και έμβλημα της Μινωικής Θρησκείας. Φέρει σύνθετη θρησκευτική παράσταση δενδρολατρείας και απεικονίζει μορφές οι οποίες εντάσσονται στην κρητομυκηναϊκή θεματολογία.
Η Αναπαράσταση του Δαχτυλιδιού
Η παράσταση σε γενικές γραμμές αναφέρεται στην κοσμογονία, την θεογονία, την ανθρωπογέννεση και το τελετουργικό της λατρείας της υπέρτατης Μητέρας-Θεάς, σύμφωνα με την πανάρχαια θρησκεία των Μινωιτών.
Στο κέντρο είναι το βουνό μαζί με έναν δενδροτινάκτη, ο οποίος βαστάει ένα αγγείο. Σε αυτό βάζει το χυμό από το κλαδί του δέντρου που τραβάει, ως προσφορά στη θεά. Αριστερά μια δενδροτινάκτρια, η θηλυκή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η δενδρολατρεία είναι κάτι το συνηθισμένο στη μινωική λατρεία. Οι Μινωίτες, θεωρούσαν τα δέντρα ιερά, εμψυχωμένα, πηγή ζωής και αναγέννησης. Το δέντρο αντιπροσωπεύει τον γήινο κόσμο και την αδιάκοπη ανανέωσή του, που τελικά είναι η ίδια η αιώνια ζωή. Έτσι το κοσμικό δέντρο, ως θεικό όργανο, μετατρέπεται και το ίδιο σε θρησκευτικό αντικείμενο, φορτισμένο με μεταφυσικούς συμβολισμούς. Tο δέντρο είναι σταθερό στοιχείο της σκηνογραφίας του Ιερού Γάμου. Το ιερό δέντρο είναι η ενσάρκωση της Μεγάλης Θεάς. (Το δέντρο στο συγκεκριμμένο δαχτυλίδι είναι Δρυς)
Κεντρικό θέμα, μια θεότητα (γυναικεία) που κατεβαίνει απο τον ουρανό, μιά που κάθεται στη γη και μία πάνω σε μιά βάρκα (ιερή λέμβο που έχει μορφή ιππόκαμπου*) που ταξιδεύει. Με άλλα λόγια, η κίνηση της Θεάς από ένα βραχώδες ιερό σε ένα άλλο, συνθέτοντας μια συμβολική παράσταση με τον ουρανό, την γη και την θάλασσα.
Παρατηρούμε 3 ιερά. Σε όλα τα ιερά παρατηρούμε πως υπάρχουν τρείς πέτρες. Χαρακτηριστικό στοιχείο του Μινωικού πολιτισμού και της Μινωικής λατρείας το 3. Ο αριθμός 3 εμφανίζεται στο δακτυλίδι 7 φορές.
*Πολύ σημαντική η απεικόνιση του ιππόκαμπου. "Ιππόκαμπος" λέγεται σήμερα ο ανατομικός σχηματισμός του εγκεφάλου που παρεμβαίνει στη συναισθηματική σφαίρα του ατόμου..Η παρουσία του ιππόκαμπου στις θρησκευτικές παραστάσεις των μινωικών δαχτυλιδιών δείχνει γνώσεις ανατομίας του ανθρώπου αλλά και των φυσικών δυνάμεων, ανώτερες από τις σημερινές.
Η θάλασσα εικονίζεται δημιουργώντας ένα μοτίβο σκάλας, τρόπο που τον συναντάμε συχνά στην μινωική τέχνη. Στο κέντρο στο πάνω μέρος του βουνού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κυκλοτερής κατασκευή η οποία είναι σπάνια ως απεικόνιση. Μόνο άλλη μία υπάρχει σε ένα άλλο δαχτυλίδι (στο "σφράγισμα του Αφέντη" που βρέθηκε στα Χανιά).
‘Οπως βλέπουμε το βουνό στο κέντρο του δαχτυλιδιού, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ανεβαίνουν από τα ανατολικά. Τον Γιούχτα (ιερό βουνό των Μινωιτών) μόνο από τα ανατολικά μπορείς να τον προσεγγίσεις. Από την άλλη μεριά είναι ο γκρεμός.
Ο δακτύλιος αποτελείται από τέσσερα στεφάνια με μικρούς κόκκους, ενώ στο κέντρο υπάρχει ένα μεγαλύτερο στεφάνι, με μεγάλους κόκκους.
Οι 27 κοκκιδώσεις του δαχτυλιδιού πιθανά υποδηλώνουν τα 27 Ιερά της Κρήτης. Ενώ οι εσωτερικές που είναι 41 + 56 = 97 υποδηλώνουν τις πόλεις στην Κρήτη 41 μεγάλες και 56 μικρές.
Αυτός που έφερε το δαχτυλίδι θα μπορούσε να σφραγίζει εκ μέρους όλων των Ιερών της Κρήτης και των πόλεων.
Προφανώς ανήκε σε έναν Μεγάλο Άνακτα... (Ηγέτη,Βασιλέα,Ιερέα)
Στην αρχαία γραμματεία υπάρχει ένας μύθος για το δαχτυλίδι του Μίνωα , που καταγράφεται στην κρητική μυθολογία. Όταν συναντήθηκε ο Θησέας με τον Μίνωα, ο Μίνως απέδειξε αμέσως ότι είναι γιος του Δία, γιατί ζήτησε να πέσει ένας κεραυνός , πράγμα που έγινε αυθώρει και παραχρήμα. Και ο Μίνως απαίτησε από τον Θησέα να αποδείξει πως είναι γιος του Ποσειδώνα ρίχνοντας το δαχτυλίδι του στη θάλασσα και ζητώντας από τον Θησέα να του το φέρει πίσω. Η σωζόμενη αθηναϊκή εκδοχή του μύθου μας λέει πως ο Θησέας βούτηξε στη θάλασσα πως δελφίνια τον οδήγησαν στο παλάτι του Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτης , πως πήρε το δαχτυλίδι και τέλος πως αναδύθηκε στον αφρό και το παρέδωσε στον Μίνωα.
Το δαχτυλίδι περιγράφει με λεπτομέρειες και ο Έβανς στο βιβλίο του "Palace of Minos".
--------------------------------------------------------------------------
Το δακτυλίδι είναι από καθαρό χρυσό και έχει βάρος, 32 γραμμάρια. Η σφενδόνη του δακτυλιδιού, έχει μέγεθος 3.55 x 2.35 εκ.
Συμβατική χρονολόγηση περί του 1500 ΠΚΕ.
Εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Κρήτης
Επιμέλεια: Γλυκερία Ξιφοκώστα
minoan crete
…Άπλωσα τα χέρια με τις παλάμες προς τα κάτω, λίγο πάνω από το έδαφος. «Πατέρα Ποσειδώνα, πατέρα του αλόγου, άρχοντα των ταύρων, είμαι στα χέρια σου και θα υπακούσω το κάλεσμά σου. Το συμφωνήσαμε. Όμως δώσε μου πρώτα ένα πράγμα. Κάνε με ταυροκαθάπτη!»
…Από τη στιγμή που θα τσακώσεις τον ταύρο σου, υπάρχουν δυο τρόποι να εξασκηθείς μαζί του. Δένεις την αλυσίδα του σ’ ένα παλούκι και μαθαίνεις ν’ αποφεύγεις τα κέρατά του με χάρη. Ή τον δένεις γερά, έτσι που δεν μπορεί να τρέξει, αλλά μόνο να κουνά το κεφάλι. Έτσι μαθαίνεις πάνω του το άλμα. Δεν σου δίνεται και πολύς χρόνος για όλ’ αυτά, γιατί και στην περίπτωση που θα τον μισοημέρευες ακόμα, το θέαμα θα ήταν μάλλον φτωχό. Πάντως κανένας νόμος δεν επιβάλλει να τον κάνεις εχθρό σου. Πριν χορέψουμε μαζί του, πάντα του προσφέραμε πρασινάδα ή λίγο αλάτι. Τελικά ποτέ δεν έπαψε να μας κοιτά λοξά, γιατί μας θεωρούσε υπεύθυνους για την αιχμαλωσία του…. 
(Απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα της Μαίρης Ρενώ: «Ο Βασιλιάς πρέπει να πεθάνει»).
Αγώνες με τους ταύρους και ταυραθλήματα αναφέρονται από τον Πλάτωνα για την Ατλαντίδα. Την Μινωική Κρήτη όμως, την λάμπρυναν τα Ταυροκαθάψια.

Η σημαντικότερη γιορτή ήταν οι ταυρομαχίες ή ακριβέστερα ταυροπαιδιές, παιχνίδια και αγώνες με ταύρους που γίνονταν, όπως φαίνεται, την εποχή που ξαναγεννιέται η φύση και ο άνθρωπος, δηλαδή την άνοιξη. Το αγώνισμα βασίζεται στην ιερότητα του ταύρου και στη σημασία του για τις λατρείες της γονιμότητας.

Ίσως η ταυροπαιδιά γεννήθηκε από αγώνες μεταξύ ταύρων, όπως αυτοί που γίνονταν στην Αίγυπτο, στο ιερό του θεϊκού ταύρου Άπι. Ένα στοιχείο που είχε βασική επίδραση στη διαμόρφωση των Κρητικών ταυροπαιδιών ήταν η σύλληψη αγρίων ταύρων για πρακτικούς και μαγικούς σκοπούς.
Ο ταύρος συλλαμβάνεται ζωντανός, χωρίς να πληγωθεί, με παγίδα από δίχτυ, ή τον αρπάζει ξαφνικά ο ασκημένος θηρευτής από τα κέρατα και τον ακινητεί με το βάρος του, έως ότου τον δέσουν. Αργότερα αυτή η δραματική και επικίνδυνη σκηνή επαναλαμβάνεται μέσα στο θεατρικό χώρο της πολιτείας, για να χαρεί όλο το πλήθος το μοναδικό θέαμα.

Το αγώνισμα πλουτίζεται τότε με νέα τολμηρά, ακροβατικά στοιχεία. Άντρες και γυναίκες πιάνονται από τα κέρατα τού ζώου και πηδούν με ποικίλες στάσεις πάνω στη ράχη του, ξαναπέφτοντας ύστερα με χάρη στη γη.

Η συμμετοχή γυναικών δίνει στα μινωικά παιγνίδια με τον ταύρο, κάποια πρόσθετη χροιά ερωτικής παιδιάς με το ωραίο σφριγηλό ζώο. Οι τελετουργίες της γονιμότητας και ο μύθος του έρωτα της βασίλισσας - θεάς Πασιφάης προς τον ταύρο έχουν ίσως σχέση προς τις μινωικές ταυροπαιδιές. Οι γυναίκες αγωνίζονται γυμνόστηθες και εκτελούν άλματα και ακροβατικά πάνω από τα κέρατα του ταύρου, ανταγωνιζόμενες τους άνδρες ταυροκαθάπτες.

Ο ταύρος δεν σκοτώνεται κατά την ταυρομαχία. Οι αθλητές είναι άοπλοι, αγωνίζονται μόνο με το κορμί τους. Έτσι η κρητική ταυρομαχία μένει ένα ευγενικό και χαριτωμένο παιχνίδι, σύμφωνα με το χαρακτήρα ολόκληρου του μινωικού πολιτισμού.

Η λέξη «ταυροκαθάψια» αποτελείται από τη λέξη ταύρος και από το ρήμα «καθάπτω» και «καθάπτομαι» και σημαίνει κρατιέμαι, στηρίζομαι, προσκολλούμαι (εν προκειμένω στα κέρατα του ταύρου).

Οι τελετές αυτές που ήταν ταυτόχρονα και ακροβατικά αγωνίσματα, τελούνταν σε πολλά μέρη της αρχαίας Ελλάδας, στη Θεσσαλία, στην Τίρυνθα, την Κρήτη και αλλού.

Σε αυτές τις τελετές, τέσσερα άτομα, άντρες συνήθως, οι Ταυροκαθάπτες, που κρατούσαν ξύλινα ρόπαλα τριγύριζαν τον ταύρο και ο ένας απ’ αυτούς προσπαθούσε να ανέβει στη ράχη ή στον τράχηλό του και να κρατηθεί από τα κέρατά του εκτελώντας διάφορες εντυπωσιακές ακροβατικές ασκήσεις.
Όταν ο Ταυροκαθάπτης κρατιέται από τα κέρατα του ταύρου, ο ταύρος ερεθίζεται και προσπαθεί κινούμενος να τον τινάξει από πάνω του, ενώ αντίθετα ο Ταυροκαθάπτης προσπαθεί να παραμείνει στη θέση του όσο μπορεί περισσότερο.

Όση ώρα ο Ταυροκαθάπτης βρίσκεται πάνω στον ταύρο, σείεται και νιώθει σαν να γίνεται γύρω του σεισμός. Το όλο δηλαδή αγώνισμα είναι μια μίμηση του σεισμού, τον οποίο ο ταυροκαθάπτης προσπαθεί να δαμάσει.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο ταύρος ήταν το ιερό ζώο του Ποσειδώνα του κοσμοσείστη, του θεού των σεισμών, που καλείται και Εννοσίγαιος.

Οι τελετές αυτές ίσως να αποσκοπούσαν στην αποτροπή του σεισμού με μαγικό τρόπο. Γι' αυτό άλλωστε παρατηρούμε ότι τα ταυροκαθάψια, τελούνταν ως επί το πλείστον, σε περιοχές που μαστίζονταν από σεισμούς.

Ο Μινωίτης δοκίμαζε την μεγαλύτερη συγκίνηση, όταν πήγαινε στο αμφιθέατρο κατά τις εορτές, για να δει άνδρες και γυναίκες να αντιμετωπίζουν τον θάνατο κατά την πάλη τους με τεράστιους ταύρους. Πολλές φορές, έβλεπε τα στάδια αυτού του ορμητικού αγωνίσματος: τον τολμηρό κυνηγό που συλλαμβάνει τον ταύρο πηδώντας πάνω στον τράχηλο του ζώου, την στιγμή που εκείνο πίνει νερό, τον επαγγελματία δαμαστή, που στρίβει μαλακά και υπομονετικά το κεφάλι του ταύρου, έως ότου αυτός μάθει να ανέχεται κάπως τα ενοχλητικά τεχνάσματα του ακροβάτη.

Έβλεπε ακόμα τον επιδέξιο αθλητή, λεπτό, ευκίνητο, που αντιμετωπίζει τον ταύρο στην αρένα, αρπάζει τα κέρατά του, πηδάει στον αέρα, περιστρέφεται πάνω από την ράχη του και πέφτει με τα πόδια στο έδαφος, στην αγκαλιά μιας γυναίκας, η οποία πρόσθετε την χάρη της στην σκηνή!
Τα ταυροκαθάψια είχαν τρεις διαφορετικές τεχνικές για τα άλματα.

Πρώτη τεχνική: Ο αθλητής έπιανε τον ταύρο που κάλπαζε από τα κέρατα, γύριζε πάνω από το κεφάλι του, πατούσε πάνω στην πλάτη του και μετά γύριζε στον αέρα και προσγειωνόταν πίσω του.
Δεύτερη τεχνική: Ο αθλητής πηδούσε - κατά προτίμηση από μια ανυψωμένη θέση - πάνω από το κεφάλι του ταύρου, έπεφτε με τα χέρια πάνω στην πλάτη του, μετά γυρνούσε στον αέρα και προσγειωνόταν στο έδαφος πίσω από το ζώο.

Τρίτη τεχνική, η οποία απεικονίζεται σε μία και μόνο παράσταση: Ο ταυροκαθάπτης διακρίνεται πάνω από την ουρά του ταύρου, πιθανόν αφού τον έχει πλησιάσει από το πλάι.

Τη συνήθεια των ταυροκαθαψίων μας τη διασώζει μια τοιχογραφία της Κνωσού που παριστάνει αυτήν ακριβώς τη σκηνή.

Τα ταυροκαθάψια, εκτός από ιερή τελετή προς τιμήν της λατρείας του ταύρου ήταν και τέχνη, μεγάλη μάλιστα, γιατί το άθλημα αυτό απαιτούσε την ευλυγισία του σώματος, την χάρη, την ακρίβεια, την ταχύτητα και την αντίληψη, την αρμονία των κινήσεων και την ισορροπία του ταυροκαθάπτη.


Το παιγνίδι με τον ταύρο ήταν για τους Μινωίτες περισσότερο χορός παρά βάρβαρο έθιμο, όπως κατάντησε σήμερα στις αρένες της Ισπανίας.

Πηγή


Kρητικός Τοξότης Εποχής Μεγάλου Αλεξάνδρου

Α.Ιστορικές Πληροφορίες - Ειδική Περιγραφή

[ Οι επίλεκτοι Κρήτες Τοξότες των προχριστιανικών αιώνων, εμφανίζονται συχνά να συνοδεύουν μονάδες Λακεδαιμονίων και αργότερα του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξάνδρου. Μία πρώτη περιγραφή τους δίδεται από τον Ξενοφώντα (Κύρου Ανάβασις v,2.28–2.32) που περιγράφει τις μικρές ορειχάλκινες κυκλικές τους ασπίδες και τα ισχυρά παλίντοντα τόξα.

Ο εικονιζόμενος τοξότης του Λόχου των Κρητών του Αλεξάνδρου ανταποκρίνεται στην Ελληνιστικής περιόδου επιτύμβιο στήλη των τοξοτών Πυρρία και Υπερβάλλωνος, από το Κακοδίκι των Λευκών Ορέων (M. Cuarducci: ΙNSCRIPTIONESCRETICAEII, vi. 7), όπου μεταξύ των άλλων απεικονίζονται ο γνωστός έως και την εποχή μας ιδιόμορφος κρητικός μαύρος μάλλινος κεφαλόδεσμος, ο δερμάτινος κλειστός γωρυτός (φαρέτρα), τα βέλη με την κλασσική μεγάλη χαλύβδινη κρητική αιχμή και το μικρό σχετικά δερμάτινο σακίδιο, που πιθανότατα περιέχει διάφορα εξαρτήματα τοξοβολίας, όπως χορδές (οι τένοντες είναι ευαίσθητοι σε αντίξοες καιρικές συνθήκες),  αιχμές και τμήματα τόξου, όπως τα άκρα.

Η μικρή ασπίδα φέρει ως έμβλημα τον αστρίτη, ένα μικρό αλλά εξαιρετικά δηλητηριώδες είδος έχιδνας, το αγαπημένο σύμβολο τοξοτών και σφενδονητών εκείνης της περιόδου, ενώ το κυανωπό χρώμα του χιτώνα (τα χρώματα της στήλης έχουν χαθεί) ανταποκρίνεται στο χρώμα αναλόγου χιτώνα από την μετώπη του τάφου των Λευκαδίων Ημαθίας.

Ο μαύρος κεφαλόδεσμος αναφέρεται από τον Πορφύριο στην δεύτερη φάση της μύησης Πυθαγόρα στους Κουρήτες της Κρήτης και μάλλον αποτελεί διακριτικό τους χαρακτηριστικό, όπου περιγράφει ότι ο φιλόσοφος με μαύρο μάλλινο στέφανο (ο κεφαλόδεσμος) παραμένει επί μία νύχτα ξαπλωμένος με το πρόσωπο στην γη στην παραλία και κατόπιν οδηγείται στο Ιδαίον Άντρο, όπου μετά από τρία ένατα (27 ημέρες), καταλήγει στην τρίτη φάση, την φάση του θρονισμού, με τον θρόνο να εμφανίζεται αρχικά καλυμμένος.

Ο περίεργος κεφαλόδεσμος που περιγράφεται στο κείμενο επιβιώνει και στην εποχή μας στην Κρήτη, αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο της τοπικής παραδοσιακής ενδυμασίας και η αναπαράστασή του στην νεκρική στήλη δύο τοξοτών του τέλους IV προχριστιανικού αιώνα (δηλαδή πέντε αιώνες πριν τον Πορφύριο), είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τον σύγχρονο (Διόδωρος: Ιστορική Βιβλιοθήκη VI.77, Τ.3, Loeb, Πορφύριος Βίος Πυθαγόρου, 17 Fragmenta, B.G, Teubner, P. SaintYve:

TALISMANS ET RELIQUES TOMBES DY CIEL, Revue des Etudes Ethnographiques et Sociologiques, Paris, 1909, σελίς 1 & Ε.Β Tylor: EARLY HISTORY OF MEN, London, 1911, σελίς 206).

  •  Start 
  •  Prev 
  •  1  2  3 
  •  Next 
  •  End 

Page 1 of 3

Go to top